-
bank shot [ basket ]
Σουτ το οποίο χτυπάει στο ταμπλό πριν καταλήξει στο καλάθι ή βρει στη στεφάνη
-
baseball (πάσα) [ basket ]
Εναέρια πάσα που γίνεται με το ένα χέρι σαν να πετάμε μπαλάκι του baseball. Χρησιμοποιείται κυρίως για μακρινές αποστάσεις.
-
Το ελληνικό πρωτάθλημα καλαθοσφαίρισης, γνωστό και ως Α1 Εθνική κατηγορία, το οποίο αναφέρεται και ως Basket League, είναι η ανώτερη διοργάνωση καλαθοσφαίρισης στην Ελλάδα. Διοργανώνεται από τον ΕΣΑΚΕ υπό την εποπτεία της Ελληνικής Ομοσπονδίας Καλαθοσφαίρισης (ΕΟΚ). Εννέα σύλλογοι έχουν κερδίσει τον τίτλο
Τα αρχικά σημαίνουν Greek Basketball League (Ελληνικό Μπασκετικό Πρωτάθλημα)
-
Κίνηση του επιτιθέμενου. Ο παίχτης επιλέγει να επιτίθεται στο καλάθι σημαδεύοντας τον αντίπαλό του. Συνήθως ο επιτιθέμενος μετακινείται προς τη μία πλευρά του γηπέδου, ενώ όλοι οι συμπαίχτες του κινούνται προς την απέναντι πλευρά. Η κίνηση αυτή επιδιώκει να δημιουργήσει ένα ευνοϊκό ματσάρισμα με έναν μόνο αντίπαλο για τον απομονωμένο παίχτη ή, σε διαφορετική περίπτωση, να προκαλέσει ένα αμυντικό double-team πάνω του, ώστε να δημιουργηθεί ένα ελεύθερο και ανοιχτό σουτ για έναν συμπαίκτη του.
-
strong side [ basket ]
Η μισή, κάθετη πλευρά του γηπέδου στην οποία βρίσκεται η μπάλα. Το αντίθετο της δυνατής πλευράς είναι η αδύνατη πλευρά ή αλλιώς weak side.
-
weak side [ basket ]
Λέγεται και αδύνατη πλευρά. Η μισή, κάθετη πλευρά του γηπέδου στην οποία δεν βρίσκεται η μπάλα. Το αντίθετο της αδύνατης πλευράς είναι η δυνατή πλευρά.
-
1. Θέση της περιφέρειας, που παίζει ο βασικός χειριστής της μπάλας στην ομάδα, ο παίκτης που κατεβάζει την μπάλα στο γήπεδο και από τον οποίον ξεκινά η επίθεση. Αποτελεί μία από τις 5 παραδοσιακές θέσεις στο μπάσκετ. 2. Ο παίκτης που παίζει αυτή τη θέση.
-
Γυρίζει το παιχνίδι (ή το ματς) [ basket, soccer ]
Από εκεί που έχανε βρίσκεται να προηγείται (και πάλι το λέμε και για τον σκόρερ). Ισχύει αντίστοιχα και στο μπάσκετ όπου μια ομάδα που έχανε για αρκετή ώρα, καταφέρνει να ισοφαρίσει και να προηγηθεί.
-
Για επιθετική ενέργεια που έφερε την μπάλα στα δίχτυα (ή παραλίγο να την φέρει) αλλά δεν μετράει σαν γκολ γιατί έχει προηγηθεί οφσάιντ ή φάουλ ή αντίστοιχα στο μπάσκετ έχει προηγηθεί κάποια παράβαση, πχ φάουλ
-
Ο αμυνόμενος παίχτης προβλέπει την κίνηση τού αντιπάλου με αποτέλεσμα να καταφέρει να ανακόψει την επίθεση. Αντίστοιχα ισχύει στο μπάσκετ, όπου ο παίκτης διαβάζει τι θα κανει ο αντίπαλος και κάνει την πάσα ή αντίστοιχα την άμυνα που χρειάζεται.
Απορω πως δεν υπαρχει το πεταχταρι στο λεξιλογιο 😀
Θα μπορούσε όντως 😉 Είχα ξεχάσει να απαντήσω εδώ!